Θύματα της μόδας
πηγή: (εδώ)
Ένα απο τα πολλά πράγματα που δεν μπορώ να καταλάβω, είναι η μανία μερικών ανθρώπων να ακολουθούν τυφλά τη μόδα. Εντάξει, όλοι ακολουθούμε μόδες. Είτε εμφανισιακές, είτε μουσικές, είτε κοινωνικές. Είτε τη μόδα των celebrities, είτε την άλλη μόδα, αυτή που λέει να είσαι αντίθετος με τη μόδα… Και να μην ασχολείσαι καθόλου με τις φίρμες και τα επώνυμα προϊόντα, θα ακολουθείς είτε συνειδητά, είτε άθελά σου κάποια άλλη μόδα, μέσα απο κάποια συνήθεια, συμπεριφορά κλπ. Άλλωστε είναι στη φύση του ανθρώπου να επηρεάζεται, να πιθηκίζει, να αντιγράφει και να παραδειγματίζεται. Κανείς δεν μπορεί να ακολουθεί μόνο τη δική του προσωπικότητα σε όλους τους τομείς της ζωής του, και να μην ενταχθεί σε κανένα ρεύμα.
Από ένα σημείο και μετά όμως, καταντάει βλακεία. Καταλαβαίνω το να θες να αγοράσεις ένα επώνυμο προϊόν, μια μάρκα που είναι της μόδας. Αλλά αυτό που με παραξενεύει, είναι ένα «κρούσμα» που θυμάμαι απο το δημοτικό, και το βλέπω και σήμερα να επαναλαμβάνεται. Θυμάμαι είχαν βγει τα αθλητικά παπούτσια Nike Air. Ήταν μαύρα, και έγραφαν στο πλάι με άσπρα γράμματα «Air». Ε λοιπόν ένα ολόκληρο σχολείο φόραγε αυτά τα παπούτσια. Όχι γενικώς παπούτσια Nike, όχι γενικώς παπούτσια που ήταν στη μόδα, το συγκεκριμένο, ίδιο και απαράλλαχτο μοντέλο. Το ίδιο θυμάμαι και αργότερα στο λύκειο, με άλλο ένα παπούτσι Nike που έγινε της μόδας. Το μισό σχολείο φορούσε το ίδιο ακριβώς παπούτσι! Αν φόραγες οποιοδήποτε παπούτσι Nike, δεν είχε σημασία. Αν φόραγες το συγκεκριμένο μοντέλο όμως, ήσουν γαμώ. Μέχρι πρόσφατα πίστευα πως αυτά ήταν παιδικές συμπεριφορές. Στο κάτω-κάτω σαν παιδιά που ήμασταν στο λύκειο, σκεφτόμασταν σαν το πιτσιρίκι που βλέπει μια διαφήμιση ενός παιχνιδιού, σουφρώνει τα φρύδια και λέει «Εγώ αυτό θέλω!». Ίδια φάση, αλλά πιο γκλάμουρους.
Ανακαλύπτω όμως, πως όλο αυτό δεν ήταν απλώς παιδιάστικη συμπεριφορά. Συνεχώς συναντάω ανθρώπους σε μεγαλύτερες ηλικίες, που κουβαλάνε τα ίδια ακριβώς μυαλά με τα trendy παιδάκια του λυκείου. Κλασσικό παράδειγμα, αυτή η καφέ-χρυσή κιτς αηδία, η Luis Vuitton. Το να πάει μια κοπέλα να αγοράσει μια τσάντα επώνυμη, είναι απολύτως λογικό. Υπάρχουν εκατομμύρια διαφορετικά μοντέλα, σχέδια, μάρκες, όλα επώνυμα και ακριβά. Όχι λέει όμως! Εγώ αυτό θέλω! Το καφέ, με τα χρυσά σχεδιάκια! Αυτό που έχει γίνει σούπα, που το βλέπεις απο το Κολωνάκι σε βιτρίνες, μέχρι σε πάγκους πλανόδιων στα Πατήσια. Υστερία. Έχει τύχει να δω παρέα απο τρεις κοπέλες να κάθονται μαζί σε καφετέρια, και τρείς τσάντες Luis Vuitton ολόιδιες ακουμπισμένες στο τραπέζι. Μήπως έχουμε αρχίσει να χάνουμε τη μπάλα; Είπαμε, άλλο μόδα, άλλο εμμονή. Η τελευταία φορά που είδα Luis Vuitton, ήταν πριν λίγες μέρες στο super market. Έβγαλε η μπροστινή μου ένα μικροσκοπικό τσαντάκι-πουγκί Luis Vuitton, έβγαλε απο μέσα δυο πενηντάλεπτα (δεν πρέπει να χωρούσε περισσότερα) και τα έδωσε στο ταμείο. Συγχύστηκα. Μου ήρθε να πάρω το μικροσκοπικό τσαντάκι και να της το χώσω στο ρουθούνι. Μετά σκέφτηκα οτι δεν θα εκτιμούσε ιδιαίτερα μια τέτοια κίνηση, και θα ήταν πιο κόσμιο να εκφράσω τον προβληματισμό μου στο blog.
Φυσικά η μόδα υπήρχε ανέκαθεν. Δεν είναι κάποιο νέο δημιούργημα της τηλεόρασης και του star system. Παράδειγμα, η ιστορία της γραβάτας. Το 1660, ένας κροάτης βασιλιάς εντυπωσιάστηκε απο τα υφάσματα που φόρεσαν κάποιοι στρατιώτες που τον επισκέφθηκαν, και αποφάσισε κι αυτός να κρεμάσει ένα κομμάτι ύφασμα στο λαιμό του. Αποτέλεσμα, ένας ολόκληρος λαός να τον μιμείται, και να γίνει τόσο απαραίτητο αξεσουάρ η γραβάτα, που να θεωρείται προσβολή για έναν άντρα να μην είναι ολόισια δεμένος ο κόμπος στη γραβάτα του, και πολλές φορές αυτή η προσβολή να ξεπλένεται με αίμα! Γιατί;… Επειδή ένας βλάκας αποφάσισε να κρεμάσει ένα πανί στο λαιμο του και οι υπόλοιποι τον μιμήθηκαν. Και φυσικά, αυτή η βλακεία κρατάει μέχρι σήμερα, 350 χρόνια μετά, όπου πιο εύκολα θεωρείται κάποιος καλοντυμένος αν κρέμεται μια γραβάτα απο το λαιμό του. Κοινωνικά πρότυπα και συνήθειες που απλώς έτσι τα μάθαμε, αλλά αν κάτσει κανείς και τα σκεφτεί σαν να τα έβλεπε πρώτη φορά, φαντάζουν ηλίθια και ανούσια.
Σίγουρα η μόδα είναι χαρακτηριστικό παράδειγμά του μιμητισμού του ανθρώπου. Και μάλιστα τυφλός μιμητισμός. Ο κόσμος ακολουθεί τα «είδωλά» του, μιμείται συμπεριφορές και στυλ, και υιοθετεί απόψεις χωρίς πρώτα να τις επεξεργαστεί. Χωρίς να σκεφτεί. Και το χειρότερο, νομίζει πως τελικά η εμφάνισή του, ο τρόπος που μιλάει, οι συνήθειές του, είναι προϊόντα της δικής του προσωπικότητας. Βλακώδες πράγμα λοιπόν η μόδα, όταν κάποιος την ακολουθεί τυφλά. Βλακώδες και πολλές φορές επικίνδυνο. Μου θυμίζει την ερώτηση που έκανα μικρός στη μάνα μου, «Γιατί να μην το κάνω, αφού κι αυτός το έκανε!», και την απάντηση που έπαιρνα: «Δηλαδή άμα έπεφτε απο τον γκρεμό, θα πήγαινες να πέσεις κι εσύ;»….
Πολύ πιθανό.
2ο Κείμενο
πηγή: (εδώ)
Απόψεις | Στυλ vs Μόδα
Πως θα επιβιώσεις ενδυματολογικά, σ’ ένα κόσμο που είναι «θύμα της μόδας»; Κρατώντας πάντα το προσωπικό σου στυλ!
Μιλώντας για μόδα, μας έρχονται στο μυαλό εικόνες όπως: ξεφύλλισμα περιοδικών, βόλτες στα μαγαζιά, ατελείωτες ώρες μπροστά σε βιτρίνες, αξεσουάρ, επώνυμες μάρκες και οτιδήποτε παρουσιάζεται ως «νέα τάση» που, χρόνο με τον χρόνο αλλάζει και ανακυκλώνεται.
Η μόδα έχει να κάνει με τα ρούχα και τις περισσότερες φορές χρειάζεται μεγάλο πορτοφόλι, ξεχνώντας ότι το ακριβό, δεν είναι απαραίτητα και το καλύτερο.
Υποτάσσοντας τον εαυτό μας σε οικονομικές σπατάλες, στο όνομα της μόδας, μου έρχονται οι γνωστές σε όλους μας εκφράσεις «fashion victim» ή αλλιώς «θύματα της μόδας».
Όλο και περισσότερο συναντάω ίδιες κόπιες ανθρώπων, που ακολουθούν υφολογικά τεχνάσματα για να δώσουν ένα εξεζητημένο λουκ, μπερδεύοντας μάλλον, ότι το εξεζητημένο δεν είναι απαραίτητα και το ιδιαίτερο. Αντίθετα μάλιστα, μου θυμίζει «κινούμενη διαφήμιση» της τελευταίας τάσης της μόδας, που παρουσιάζετε ως στυλ!
Μέσα σ’ όλη αυτή τη σύγχυση, κατά πόσο όμως υπολογίζουμε το προσωπική μας άποψη, που μέσα σ’ όλα έχουμε παραμελήσει;
Στην πραγματικότητα η μόδα και το στυλ έχουν τεράστια διαφορά. Σύμφωνα με τον Γάλλο συγγραφέα Stendhal, «Το καλύτερο στυλ είναι αυτό που δεν γίνεται αντιληπτό».
Αποκτιέται και εξελίσσεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας, και επηρεάζεται από εξωτερικούς παράγοντες όπως η ηλικία, το περιβάλλον και η εργασία. Μιλάει αυτό για εμάς, δηλώνοντας τις ανάγκες μας, για το ποιοι είμαστε και τι θέλουμε. Μπορούμε να εκφράσουμε τη διάθεση μας μέσα από αυτό.
Όταν μιλάμε για στυλ, δεν εννοούμε μόνο ότι έχει σχέση με την μόδα, αλλά και τον άνθρωπο και τη σχέση του, με τον εαυτό του. Τον τρόπο που εκφράζουμε την προσωπική μας άποψη καθώς και οι κινήσεις μας. Το «πάντρεμα» θάρρους και δημιουργικότητας, που «γεννάει» σικ και με γούστο ανθρώπους.
Στυλ είναι να λες τα κατάλληλα λόγια στο κατάλληλο μέρος. Να «κεντάς» όμορφα τις σκέψεις σου και να τις ντύνεις με τις κατάλληλες κινήσεις. Είναι κάτι υποκειμενικό και σίγουρα δε μπορούμε να αρέσουμε σε όλους. Πάντα όμως, θα πρέπει να προσέχουμε εκείνη την λεπτή γραμμή που χωρίζει το καλόγουστο από το κακόγουστο.
Το στυλ, είναι αυτό που αντιπροσωπεύει εμάς και το προσωπικό μας γούστο. Η δική μας πινελιά, γιατί το στυλ φαίνεται στις λεπτομέρειες.
Εκείνη την πινελιά, που όταν οι τάσεις θα έρχονται και θα παρέρχονται, θα παραμένει διαχρονικά στην γκαρνταρόμπα μας.
Εκείνη, που θα καταφέρει χωρίς να τραβήξει τα βλέμματα, να μείνει στη μνήμη των άλλων.
Διότι, ειλικρινά, ποιος νοιάζεται για τους ανθρώπους που δε διαλέγουν μια άποψη, απλώς φοράνε οποιαδήποτε τυχαίνει να είναι στη μόδα;
Άρθρο που μας έστειλε η Στεφανία μέσω του Neolaia Επικοινωνία και την ευχαριστούμε πολύ!
3ο Κείμενο
πηγή: (εδώ)
ΤΑΚΗΣ ΚΑΜΠΥΛΗΣ, ΤΑ ΝΕΑ , 11/02/2006 , Σελ.: N26
Eνστάσεις
H μίνι φούστα έγινε 40 χρόνων. Και...
Χόλιγουντ 1956: H ενδυματολόγος Helen Rose ανακάλυψε το μίνι πρώτη. Το φόρεσε η Αν Φράνσις (πηγή: Αθηναϊκή Λέσχη Επιστημονικής Φαντασίας)
ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ο δρόμος Gay-Lussac είναι κάτι σαν τη δική μας Πατησίων. Είναι ο δρόμος των οδοφραγμάτων. Το 1830, το 1848, το 1871, το 1944 και - τελευταία φορά; - το 1968. Εκεί συνέλαβαν και εκτέλεσαν οι «Βερσαλλιέροι» τη Μαρία Δαούδογλου τη μοναδική Ελληνίδα που πήρε μέρος στην Κομμούνα (1871). H Μαρία («σαινσιμονίστρια» στην αρχή, αναρχική στο τέλος) πιθανόν να βρήκε στην Κομμούνα (και) αυτό που σημειώνει η Χριστίνα Κουλούρη (καθηγήτρια Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου): «Στα αναρχικά κινήματα η γυναίκα ήταν πάντα πιο ισότιμη με τους άντρες».
Στις 8 Μαΐου 1968, στο Παρίσι, το σημαντικότερο κομμάτι της μαρξιστικής διανόησης είχε συγκεντρωθεί σε ξενοδοχείο του ίδιου δρόμου στα πλαίσια συνεδρίου της UNESCO για τα 150 χρόνια από τη γέννηση του Μαρξ. Ένας από τους συνέδρους, ο διάσημος ιστορικός Eric Hobsbawm παρατηρεί στα οδοφράγματα, στην πρώτη σειρά με τους φοιτητές έναν γνωστό μαρξιστή διανοούμενο (τον Albert Soboul). Τον ξεχωρίζει από το ντύσιμό του. «Ψηλός, σοβαρός με το μαύρο του κοστούμι και τη γραβάτα» ανάμεσα στους φοιτητές με τα πολύχρωμα πουκάμισα και στις φοιτήτριες με τα παντελόνια και τα μίνι.
Δύο χρόνια πριν, το 1966, το μίνι είχε γεννηθεί στην Αγγλία από τη Μαίρη Κουάντ. Αλλά εκείνος που θα το απογειώσει, όπως εξηγεί η Λυδία Καμίτση (διδάσκει αρχαιολογία της ενδυμασίας στη Σορβόνη), «ήταν ο Γάλλος μόδιστρος Αντρέ Κουρέζ». Το μίνι (και το παντελόνι) κάνουν θραύση στις αντιπολεμικές διαδηλώσεις στην Καλιφόρνια και στη Νέα Υόρκη και αμέσως μετά γίνονται τα ρούχα του γαλλικού Μάη.
«Το μίνι ήταν επανάσταση», λέει...
... η Λυδία Καμίτση «διότι για πρώτη φορά η μόδα γίνεται από τους νέους, αλλά και λόγω του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζεται το σώμα. Στα πλαίσια της σεξουαλικής επανάστασης, το σώμα γίνεται (και) δημόσιο με την έννοια της προσωπικής επιλογής και ως αντίσταση στην πατριαρχία. Από τον 18ο αιώνα έως το 1925 το γυναικείο φόρεμα ήταν πάντα μακρύ. Έκλεινε το σώμα, γιατί και η κοινωνία έκλεινε τη γυναίκα. Αλλά την πραγματική επανάσταση την έκανε το παντελόνι. Γιατί αυτό αφορά όλες τις γυναίκες (και όχι μόνο τις νέες και με σχετικά καλό σώμα όπως το μίνι) και είναι πιο πρακτικό και πιο συνδεδεμένο με τη σύγχρονη ζωή».
Ο ενδυματολόγος Βασίλης Ζηδιανάκης είναι κατηγορηματικός: «Το μίνι ήταν επανάσταση, εγγεγραμμένη σε μια πολύ μεγαλύτερη διότι για πρώτη φορά έσπασαν οι ενδυματολογικοί κώδικες. Μέχρι τότε ο κώδικας όριζε ένα συγκεκριμένο ρούχο ανάλογα με την περίσταση. Ξαφνικά αυτή η προκαθορισμένη ματιά αλλάζει. Κοιτάω τον κόσμο διαφορετικά. Σπάνε τα πλαίσια. Βέβαια το μίνι πολύ γρήγορα γίνεται μόδα, δηλαδή γίνεται κώδικας».
Ο Βασίλης Ζηδιανάκης προετοιμάζει αυτές τις ημέρες μια σχετική έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη. Ένα από τα εκθέματα είναι και το χάρτινο μίνι φόρεμα με στίχους για το Βιετνάμ του γκουρού του '60 Άλεν Γκίνσμπεργκ. Τη σύνδεση του Μάη με το μίνι (και τον ερωτισμό όπως τον όρισε ο Z. Μπατάιγ ως τον «μέχρι θανάτου ενθουσιασμό για τη ζωή») την περιγράφει και η αγαπημένη φοιτήτρια του Ε. Hobsbawm, η Sheila Rowbotham. Με παντελόνι στα οδοφράγματα και με μίνι το βράδυ στις συνελεύσεις η Sheila αφηγείται: «Τα προσωπικά αισθήματα είχαν εκλείψει από το προσκήνιο. Οι περιστασιακές σεξουαλικές μου σχέσεις αναπτύσσονταν στα γρήγορα μεταξύ συναντήσεων και για κάποιον αόριστο λόγο δεν στηρίζονταν σε κοινότοπα αισθήματα. Ήταν σαν η στενή προσωπική σχέση να έχει αποκτήσει μια τυχαιότητα. H ενέργεια της εξωτερικής συλλογικότητας ήταν τόσο έντονη, ώστε φαινόταν σαν τα όρια της επαφής, της εκστατικής εσωτερικότητας να έχουν ξεχυθεί στους δρόμους [...] είδα προς στιγμήν σε δραματικά γεγονότα όπως η επανάσταση να εξοβελίζεται το προσωπικό στοιχείο [...]».
Το «crazy legs marathon»...
...(μαραθώνιος των τρελών ποδιών) περίπου στα 1972 στις ΗΠΑ - το υπενθυμίζει η Αλεξάνδρα Χαλκιά (επίκουρη καθηγήτρια, Πάντειος) - διοργανώθηκε από εταιρεία που πουλούσε ξυραφάκια για γυναίκες που φορούσαν μίνι και σορτς. Χμμ... Το μίνι εγκλωβίζεται στην αμφισημία του; Το λέει καθαρά και η Χριστίνα Κουλούρη: «Το τολμηρό ντύσιμο σίγουρα συμβαδίζει με κλίμα χειραφέτησης. Τα κινήματα νεολαίας παρουσίασαν μια μεγάλη πυκνότητα τη δεκαετία του '60. Και το μίνι μπορούμε να πούμε ότι συμπορεύτηκε με αυτού του τύπου διαμαρτυρίες. Μπορεί όμως ταυτόχρονα να σηματοδοτεί και το παραδοσιακό: τη γοητεία, ήτοι και το μη επαναστατικό. Έτσι, από τη μια πλευρά είναι μια κοινωνική κατάκτηση στα πλαίσια της αποδοχής της σεξουαλικής απελευθέρωσης, αλλά από την άλλη πλευρά παραπέμπει στο αντικείμενο του αντρικού πόθου. Άλλωστε, ήταν ήδη καταναλωτικό προϊόν με μικρή διάρκεια ζωής και κυκλικότητα. Την κοινωνική χειραφέτηση της γυναίκας τη συμβολίζει περισσότερο το παντελόνι (και το γυναικείο κοστούμι από τον Armani). H εξουσία (άντρας-κοστούμι) έχει μια απεικόνιση που δεν αλλάζει γρήγορα, αλλιώς δεν θα ήταν πειστική. H γυναίκα-κοστούμι μετέχει αυτής της εξουσίας. Έτσι σήμερα θα έλεγα ότι έχει πιο ενδιαφέρον το unisex ντύσιμο».
Το μίνι ήταν τελικά...
...περισσότερο εκσυγχρονισμός παρά επανάσταση; «Έτσι φαίνεται», θα απαντήσει η Αθηνά Αθανασίου (επίκουρη καθηγήτρια Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Πάντειο): «Το μίνι υπήρξε μια σωματοποιημενη στρατηγική απελευθέρωσης-αντίστασης στη σεμνότυφη ηθική της εποχής. Αλλά αυτή η στρατηγική αναπόφευκτα επιτελέστηκε μέσα σε συγκεκριμένες σχέσεις εξουσίας, επιτελέστηκε δηλαδή με τους όρους του αντρικού βλέμματος, με τους όρους της εξουσίας, για να αφομοιωθεί τελικά σ' αυτούς. Αποτέλεσε τομή επειδή στον δυτικό κόσμο το γυμνό / μη καλυμμένο σώμα συνδέεται με τη χειραφέτηση. Στερεοτυπικά, την καλυμμένη γυναίκα τη θεωρούμε καταπιεσμένη, όπως για παράδειγμα το δυτικό στερεότυπο της «μαντιλοφορεμένης γυναίκας του Ισλάμ». Το μίνι - μετά τα '60ς - μπαίνει σε μια τροχιά κανονικοποίησης, προσιδιάζοντας έτσι στις μορφές εκείνες πειραματισμού ή αντίστασης που τελικά αφομοιώνονται στις κοινωνικές επιταγές. Το μίνι, ένα έντονα έμφυλο ένδυμα σε αντίθεση με το παντελόνι ή αλλά πιο άφυλα ενδύματα, αποτελεί πια κανονικοποιημένη μορφή εμφάνισης, μέσω της οποίας κατασκευάζεται το ιδεώδες σώμα και θέαμα της θηλυκότητας».
Πάντως «το 1965 - σημειώνει ο Hobsbawm - η γαλλική βιομηχανία ρούχων παρήγε για πρώτη φορά περισσότερα (γυναικεία παντελόνια) παρά φορέματα. Την ίδια χρονιά σημειώθηκε αισθητή καθίζηση στον αριθμό όσων περνούσαν την περίοδο της δοκιμασίας για το ρωμαιοκαθολικό αξίωμα. Ίσως αυτά τα δύο γεγονότα να αποδειχθούν μακροπρόθεσμα πολύ πιο σημαντικές καμπές από τον Μάη του '68». Την ίδια εποχή στη Σοβιετική Ένωση «οι Μπιτλς ήταν το ίδιο ανατρεπτικοί όσο η μίνι φούστα και ο Ναμπόκοφ», θα γράψει - αυτοβιογραφούμενος - ο συγγραφέας Ντέιβιντ Γκούροβιτς.
H επίσημη Αριστερά...
... μάλλον βιάστηκε να κλείσει τον Μάη και τον ερωτισμό του με κονκάρδες του Τσε. Βιάστηκε να πνίξει μια αλήθεια που ήθελε τους «καταστασιακούς» και την «επανάσταση στην καθημερινή ζωή» ως βασικούς πρωταγωνιστές εκείνης της ιστορίας. Ίσως και γι' αυτό ο Eric Hobsbawm καταλήγει πως «δεν μπορώ να γράψω για τη δεκαετία του '60 γιατί ποτέ στη ζωή μου δεν φόρεσα τζιν»...
Info
* Eric Hobsbawm «Συναρπαστικά χρόνια» Αθήνα 2003, ΘΕΜΕΛΙΟ
* Μιχάλη Δημητρίου «Το ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα» Αθήνα 1985, ΠΛΕΘΡΟΝ
* Ουμπέρτο Έκο «Ιστορία της ομορφιάς» Αθήνα 2004, ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ
* Ζωρζ Μπατάιγ «Ο ερωτισμός» Αθήνα 2001, ΙΝΔΙΚΤΟΣ
* Αντιγόνης Λυμπεράκη-Θεοδώρου Πελαγίδη «Αποενοχοποιώντας την κατανάλωση» Αθήνα 2002, ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ
* Γιώτας Παπαγεωργίου «Ηγεμονία και φεμινσιμός» Αθήνα 2004, ΤΥΠΩΘΗΤΩ-Γ. ΔΑΡΔΑΝΟΣ
* Νόρμπερτ Ελιάς «H εξέλιξη του πολιτισμού» Αθήνα 1997, ΝΕΦΕΛΗ
* Ντέιβιντ Γκούροβιτς «Αναμνήσεις από τη Ρωσία του '60» Αθήνα 2005, ΜΕΛΑΝΙ
Από ένα σημείο και μετά όμως, καταντάει βλακεία. Καταλαβαίνω το να θες να αγοράσεις ένα επώνυμο προϊόν, μια μάρκα που είναι της μόδας. Αλλά αυτό που με παραξενεύει, είναι ένα «κρούσμα» που θυμάμαι απο το δημοτικό, και το βλέπω και σήμερα να επαναλαμβάνεται. Θυμάμαι είχαν βγει τα αθλητικά παπούτσια Nike Air. Ήταν μαύρα, και έγραφαν στο πλάι με άσπρα γράμματα «Air». Ε λοιπόν ένα ολόκληρο σχολείο φόραγε αυτά τα παπούτσια. Όχι γενικώς παπούτσια Nike, όχι γενικώς παπούτσια που ήταν στη μόδα, το συγκεκριμένο, ίδιο και απαράλλαχτο μοντέλο. Το ίδιο θυμάμαι και αργότερα στο λύκειο, με άλλο ένα παπούτσι Nike που έγινε της μόδας. Το μισό σχολείο φορούσε το ίδιο ακριβώς παπούτσι! Αν φόραγες οποιοδήποτε παπούτσι Nike, δεν είχε σημασία. Αν φόραγες το συγκεκριμένο μοντέλο όμως, ήσουν γαμώ. Μέχρι πρόσφατα πίστευα πως αυτά ήταν παιδικές συμπεριφορές. Στο κάτω-κάτω σαν παιδιά που ήμασταν στο λύκειο, σκεφτόμασταν σαν το πιτσιρίκι που βλέπει μια διαφήμιση ενός παιχνιδιού, σουφρώνει τα φρύδια και λέει «Εγώ αυτό θέλω!». Ίδια φάση, αλλά πιο γκλάμουρους.
Ανακαλύπτω όμως, πως όλο αυτό δεν ήταν απλώς παιδιάστικη συμπεριφορά. Συνεχώς συναντάω ανθρώπους σε μεγαλύτερες ηλικίες, που κουβαλάνε τα ίδια ακριβώς μυαλά με τα trendy παιδάκια του λυκείου. Κλασσικό παράδειγμα, αυτή η καφέ-χρυσή κιτς αηδία, η Luis Vuitton. Το να πάει μια κοπέλα να αγοράσει μια τσάντα επώνυμη, είναι απολύτως λογικό. Υπάρχουν εκατομμύρια διαφορετικά μοντέλα, σχέδια, μάρκες, όλα επώνυμα και ακριβά. Όχι λέει όμως! Εγώ αυτό θέλω! Το καφέ, με τα χρυσά σχεδιάκια! Αυτό που έχει γίνει σούπα, που το βλέπεις απο το Κολωνάκι σε βιτρίνες, μέχρι σε πάγκους πλανόδιων στα Πατήσια. Υστερία. Έχει τύχει να δω παρέα απο τρεις κοπέλες να κάθονται μαζί σε καφετέρια, και τρείς τσάντες Luis Vuitton ολόιδιες ακουμπισμένες στο τραπέζι. Μήπως έχουμε αρχίσει να χάνουμε τη μπάλα; Είπαμε, άλλο μόδα, άλλο εμμονή. Η τελευταία φορά που είδα Luis Vuitton, ήταν πριν λίγες μέρες στο super market. Έβγαλε η μπροστινή μου ένα μικροσκοπικό τσαντάκι-πουγκί Luis Vuitton, έβγαλε απο μέσα δυο πενηντάλεπτα (δεν πρέπει να χωρούσε περισσότερα) και τα έδωσε στο ταμείο. Συγχύστηκα. Μου ήρθε να πάρω το μικροσκοπικό τσαντάκι και να της το χώσω στο ρουθούνι. Μετά σκέφτηκα οτι δεν θα εκτιμούσε ιδιαίτερα μια τέτοια κίνηση, και θα ήταν πιο κόσμιο να εκφράσω τον προβληματισμό μου στο blog.
Φυσικά η μόδα υπήρχε ανέκαθεν. Δεν είναι κάποιο νέο δημιούργημα της τηλεόρασης και του star system. Παράδειγμα, η ιστορία της γραβάτας. Το 1660, ένας κροάτης βασιλιάς εντυπωσιάστηκε απο τα υφάσματα που φόρεσαν κάποιοι στρατιώτες που τον επισκέφθηκαν, και αποφάσισε κι αυτός να κρεμάσει ένα κομμάτι ύφασμα στο λαιμό του. Αποτέλεσμα, ένας ολόκληρος λαός να τον μιμείται, και να γίνει τόσο απαραίτητο αξεσουάρ η γραβάτα, που να θεωρείται προσβολή για έναν άντρα να μην είναι ολόισια δεμένος ο κόμπος στη γραβάτα του, και πολλές φορές αυτή η προσβολή να ξεπλένεται με αίμα! Γιατί;… Επειδή ένας βλάκας αποφάσισε να κρεμάσει ένα πανί στο λαιμο του και οι υπόλοιποι τον μιμήθηκαν. Και φυσικά, αυτή η βλακεία κρατάει μέχρι σήμερα, 350 χρόνια μετά, όπου πιο εύκολα θεωρείται κάποιος καλοντυμένος αν κρέμεται μια γραβάτα απο το λαιμό του. Κοινωνικά πρότυπα και συνήθειες που απλώς έτσι τα μάθαμε, αλλά αν κάτσει κανείς και τα σκεφτεί σαν να τα έβλεπε πρώτη φορά, φαντάζουν ηλίθια και ανούσια.
Σίγουρα η μόδα είναι χαρακτηριστικό παράδειγμά του μιμητισμού του ανθρώπου. Και μάλιστα τυφλός μιμητισμός. Ο κόσμος ακολουθεί τα «είδωλά» του, μιμείται συμπεριφορές και στυλ, και υιοθετεί απόψεις χωρίς πρώτα να τις επεξεργαστεί. Χωρίς να σκεφτεί. Και το χειρότερο, νομίζει πως τελικά η εμφάνισή του, ο τρόπος που μιλάει, οι συνήθειές του, είναι προϊόντα της δικής του προσωπικότητας. Βλακώδες πράγμα λοιπόν η μόδα, όταν κάποιος την ακολουθεί τυφλά. Βλακώδες και πολλές φορές επικίνδυνο. Μου θυμίζει την ερώτηση που έκανα μικρός στη μάνα μου, «Γιατί να μην το κάνω, αφού κι αυτός το έκανε!», και την απάντηση που έπαιρνα: «Δηλαδή άμα έπεφτε απο τον γκρεμό, θα πήγαινες να πέσεις κι εσύ;»….
Πολύ πιθανό.
2ο Κείμενο
πηγή: (εδώ)
Απόψεις | Στυλ vs Μόδα
Πως θα επιβιώσεις ενδυματολογικά, σ’ ένα κόσμο που είναι «θύμα της μόδας»; Κρατώντας πάντα το προσωπικό σου στυλ!
Μιλώντας για μόδα, μας έρχονται στο μυαλό εικόνες όπως: ξεφύλλισμα περιοδικών, βόλτες στα μαγαζιά, ατελείωτες ώρες μπροστά σε βιτρίνες, αξεσουάρ, επώνυμες μάρκες και οτιδήποτε παρουσιάζεται ως «νέα τάση» που, χρόνο με τον χρόνο αλλάζει και ανακυκλώνεται.
Η μόδα έχει να κάνει με τα ρούχα και τις περισσότερες φορές χρειάζεται μεγάλο πορτοφόλι, ξεχνώντας ότι το ακριβό, δεν είναι απαραίτητα και το καλύτερο.
Υποτάσσοντας τον εαυτό μας σε οικονομικές σπατάλες, στο όνομα της μόδας, μου έρχονται οι γνωστές σε όλους μας εκφράσεις «fashion victim» ή αλλιώς «θύματα της μόδας».
Όλο και περισσότερο συναντάω ίδιες κόπιες ανθρώπων, που ακολουθούν υφολογικά τεχνάσματα για να δώσουν ένα εξεζητημένο λουκ, μπερδεύοντας μάλλον, ότι το εξεζητημένο δεν είναι απαραίτητα και το ιδιαίτερο. Αντίθετα μάλιστα, μου θυμίζει «κινούμενη διαφήμιση» της τελευταίας τάσης της μόδας, που παρουσιάζετε ως στυλ!
Μέσα σ’ όλη αυτή τη σύγχυση, κατά πόσο όμως υπολογίζουμε το προσωπική μας άποψη, που μέσα σ’ όλα έχουμε παραμελήσει;
Στην πραγματικότητα η μόδα και το στυλ έχουν τεράστια διαφορά. Σύμφωνα με τον Γάλλο συγγραφέα Stendhal, «Το καλύτερο στυλ είναι αυτό που δεν γίνεται αντιληπτό».
Αποκτιέται και εξελίσσεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας, και επηρεάζεται από εξωτερικούς παράγοντες όπως η ηλικία, το περιβάλλον και η εργασία. Μιλάει αυτό για εμάς, δηλώνοντας τις ανάγκες μας, για το ποιοι είμαστε και τι θέλουμε. Μπορούμε να εκφράσουμε τη διάθεση μας μέσα από αυτό.
Όταν μιλάμε για στυλ, δεν εννοούμε μόνο ότι έχει σχέση με την μόδα, αλλά και τον άνθρωπο και τη σχέση του, με τον εαυτό του. Τον τρόπο που εκφράζουμε την προσωπική μας άποψη καθώς και οι κινήσεις μας. Το «πάντρεμα» θάρρους και δημιουργικότητας, που «γεννάει» σικ και με γούστο ανθρώπους.
Στυλ είναι να λες τα κατάλληλα λόγια στο κατάλληλο μέρος. Να «κεντάς» όμορφα τις σκέψεις σου και να τις ντύνεις με τις κατάλληλες κινήσεις. Είναι κάτι υποκειμενικό και σίγουρα δε μπορούμε να αρέσουμε σε όλους. Πάντα όμως, θα πρέπει να προσέχουμε εκείνη την λεπτή γραμμή που χωρίζει το καλόγουστο από το κακόγουστο.
Το στυλ, είναι αυτό που αντιπροσωπεύει εμάς και το προσωπικό μας γούστο. Η δική μας πινελιά, γιατί το στυλ φαίνεται στις λεπτομέρειες.
Εκείνη την πινελιά, που όταν οι τάσεις θα έρχονται και θα παρέρχονται, θα παραμένει διαχρονικά στην γκαρνταρόμπα μας.
Εκείνη, που θα καταφέρει χωρίς να τραβήξει τα βλέμματα, να μείνει στη μνήμη των άλλων.
Διότι, ειλικρινά, ποιος νοιάζεται για τους ανθρώπους που δε διαλέγουν μια άποψη, απλώς φοράνε οποιαδήποτε τυχαίνει να είναι στη μόδα;
Άρθρο που μας έστειλε η Στεφανία μέσω του Neolaia Επικοινωνία και την ευχαριστούμε πολύ!
3ο Κείμενο
πηγή: (εδώ)
ΤΑΚΗΣ ΚΑΜΠΥΛΗΣ, ΤΑ ΝΕΑ , 11/02/2006 , Σελ.: N26
Eνστάσεις
H μίνι φούστα έγινε 40 χρόνων. Και...
Χόλιγουντ 1956: H ενδυματολόγος Helen Rose ανακάλυψε το μίνι πρώτη. Το φόρεσε η Αν Φράνσις (πηγή: Αθηναϊκή Λέσχη Επιστημονικής Φαντασίας)
ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ο δρόμος Gay-Lussac είναι κάτι σαν τη δική μας Πατησίων. Είναι ο δρόμος των οδοφραγμάτων. Το 1830, το 1848, το 1871, το 1944 και - τελευταία φορά; - το 1968. Εκεί συνέλαβαν και εκτέλεσαν οι «Βερσαλλιέροι» τη Μαρία Δαούδογλου τη μοναδική Ελληνίδα που πήρε μέρος στην Κομμούνα (1871). H Μαρία («σαινσιμονίστρια» στην αρχή, αναρχική στο τέλος) πιθανόν να βρήκε στην Κομμούνα (και) αυτό που σημειώνει η Χριστίνα Κουλούρη (καθηγήτρια Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου): «Στα αναρχικά κινήματα η γυναίκα ήταν πάντα πιο ισότιμη με τους άντρες».
Στις 8 Μαΐου 1968, στο Παρίσι, το σημαντικότερο κομμάτι της μαρξιστικής διανόησης είχε συγκεντρωθεί σε ξενοδοχείο του ίδιου δρόμου στα πλαίσια συνεδρίου της UNESCO για τα 150 χρόνια από τη γέννηση του Μαρξ. Ένας από τους συνέδρους, ο διάσημος ιστορικός Eric Hobsbawm παρατηρεί στα οδοφράγματα, στην πρώτη σειρά με τους φοιτητές έναν γνωστό μαρξιστή διανοούμενο (τον Albert Soboul). Τον ξεχωρίζει από το ντύσιμό του. «Ψηλός, σοβαρός με το μαύρο του κοστούμι και τη γραβάτα» ανάμεσα στους φοιτητές με τα πολύχρωμα πουκάμισα και στις φοιτήτριες με τα παντελόνια και τα μίνι.
Δύο χρόνια πριν, το 1966, το μίνι είχε γεννηθεί στην Αγγλία από τη Μαίρη Κουάντ. Αλλά εκείνος που θα το απογειώσει, όπως εξηγεί η Λυδία Καμίτση (διδάσκει αρχαιολογία της ενδυμασίας στη Σορβόνη), «ήταν ο Γάλλος μόδιστρος Αντρέ Κουρέζ». Το μίνι (και το παντελόνι) κάνουν θραύση στις αντιπολεμικές διαδηλώσεις στην Καλιφόρνια και στη Νέα Υόρκη και αμέσως μετά γίνονται τα ρούχα του γαλλικού Μάη.
«Το μίνι ήταν επανάσταση», λέει...
... η Λυδία Καμίτση «διότι για πρώτη φορά η μόδα γίνεται από τους νέους, αλλά και λόγω του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζεται το σώμα. Στα πλαίσια της σεξουαλικής επανάστασης, το σώμα γίνεται (και) δημόσιο με την έννοια της προσωπικής επιλογής και ως αντίσταση στην πατριαρχία. Από τον 18ο αιώνα έως το 1925 το γυναικείο φόρεμα ήταν πάντα μακρύ. Έκλεινε το σώμα, γιατί και η κοινωνία έκλεινε τη γυναίκα. Αλλά την πραγματική επανάσταση την έκανε το παντελόνι. Γιατί αυτό αφορά όλες τις γυναίκες (και όχι μόνο τις νέες και με σχετικά καλό σώμα όπως το μίνι) και είναι πιο πρακτικό και πιο συνδεδεμένο με τη σύγχρονη ζωή».
Ο ενδυματολόγος Βασίλης Ζηδιανάκης είναι κατηγορηματικός: «Το μίνι ήταν επανάσταση, εγγεγραμμένη σε μια πολύ μεγαλύτερη διότι για πρώτη φορά έσπασαν οι ενδυματολογικοί κώδικες. Μέχρι τότε ο κώδικας όριζε ένα συγκεκριμένο ρούχο ανάλογα με την περίσταση. Ξαφνικά αυτή η προκαθορισμένη ματιά αλλάζει. Κοιτάω τον κόσμο διαφορετικά. Σπάνε τα πλαίσια. Βέβαια το μίνι πολύ γρήγορα γίνεται μόδα, δηλαδή γίνεται κώδικας».
Ο Βασίλης Ζηδιανάκης προετοιμάζει αυτές τις ημέρες μια σχετική έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη. Ένα από τα εκθέματα είναι και το χάρτινο μίνι φόρεμα με στίχους για το Βιετνάμ του γκουρού του '60 Άλεν Γκίνσμπεργκ. Τη σύνδεση του Μάη με το μίνι (και τον ερωτισμό όπως τον όρισε ο Z. Μπατάιγ ως τον «μέχρι θανάτου ενθουσιασμό για τη ζωή») την περιγράφει και η αγαπημένη φοιτήτρια του Ε. Hobsbawm, η Sheila Rowbotham. Με παντελόνι στα οδοφράγματα και με μίνι το βράδυ στις συνελεύσεις η Sheila αφηγείται: «Τα προσωπικά αισθήματα είχαν εκλείψει από το προσκήνιο. Οι περιστασιακές σεξουαλικές μου σχέσεις αναπτύσσονταν στα γρήγορα μεταξύ συναντήσεων και για κάποιον αόριστο λόγο δεν στηρίζονταν σε κοινότοπα αισθήματα. Ήταν σαν η στενή προσωπική σχέση να έχει αποκτήσει μια τυχαιότητα. H ενέργεια της εξωτερικής συλλογικότητας ήταν τόσο έντονη, ώστε φαινόταν σαν τα όρια της επαφής, της εκστατικής εσωτερικότητας να έχουν ξεχυθεί στους δρόμους [...] είδα προς στιγμήν σε δραματικά γεγονότα όπως η επανάσταση να εξοβελίζεται το προσωπικό στοιχείο [...]».
Το «crazy legs marathon»...
...(μαραθώνιος των τρελών ποδιών) περίπου στα 1972 στις ΗΠΑ - το υπενθυμίζει η Αλεξάνδρα Χαλκιά (επίκουρη καθηγήτρια, Πάντειος) - διοργανώθηκε από εταιρεία που πουλούσε ξυραφάκια για γυναίκες που φορούσαν μίνι και σορτς. Χμμ... Το μίνι εγκλωβίζεται στην αμφισημία του; Το λέει καθαρά και η Χριστίνα Κουλούρη: «Το τολμηρό ντύσιμο σίγουρα συμβαδίζει με κλίμα χειραφέτησης. Τα κινήματα νεολαίας παρουσίασαν μια μεγάλη πυκνότητα τη δεκαετία του '60. Και το μίνι μπορούμε να πούμε ότι συμπορεύτηκε με αυτού του τύπου διαμαρτυρίες. Μπορεί όμως ταυτόχρονα να σηματοδοτεί και το παραδοσιακό: τη γοητεία, ήτοι και το μη επαναστατικό. Έτσι, από τη μια πλευρά είναι μια κοινωνική κατάκτηση στα πλαίσια της αποδοχής της σεξουαλικής απελευθέρωσης, αλλά από την άλλη πλευρά παραπέμπει στο αντικείμενο του αντρικού πόθου. Άλλωστε, ήταν ήδη καταναλωτικό προϊόν με μικρή διάρκεια ζωής και κυκλικότητα. Την κοινωνική χειραφέτηση της γυναίκας τη συμβολίζει περισσότερο το παντελόνι (και το γυναικείο κοστούμι από τον Armani). H εξουσία (άντρας-κοστούμι) έχει μια απεικόνιση που δεν αλλάζει γρήγορα, αλλιώς δεν θα ήταν πειστική. H γυναίκα-κοστούμι μετέχει αυτής της εξουσίας. Έτσι σήμερα θα έλεγα ότι έχει πιο ενδιαφέρον το unisex ντύσιμο».
Το μίνι ήταν τελικά...
...περισσότερο εκσυγχρονισμός παρά επανάσταση; «Έτσι φαίνεται», θα απαντήσει η Αθηνά Αθανασίου (επίκουρη καθηγήτρια Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Πάντειο): «Το μίνι υπήρξε μια σωματοποιημενη στρατηγική απελευθέρωσης-αντίστασης στη σεμνότυφη ηθική της εποχής. Αλλά αυτή η στρατηγική αναπόφευκτα επιτελέστηκε μέσα σε συγκεκριμένες σχέσεις εξουσίας, επιτελέστηκε δηλαδή με τους όρους του αντρικού βλέμματος, με τους όρους της εξουσίας, για να αφομοιωθεί τελικά σ' αυτούς. Αποτέλεσε τομή επειδή στον δυτικό κόσμο το γυμνό / μη καλυμμένο σώμα συνδέεται με τη χειραφέτηση. Στερεοτυπικά, την καλυμμένη γυναίκα τη θεωρούμε καταπιεσμένη, όπως για παράδειγμα το δυτικό στερεότυπο της «μαντιλοφορεμένης γυναίκας του Ισλάμ». Το μίνι - μετά τα '60ς - μπαίνει σε μια τροχιά κανονικοποίησης, προσιδιάζοντας έτσι στις μορφές εκείνες πειραματισμού ή αντίστασης που τελικά αφομοιώνονται στις κοινωνικές επιταγές. Το μίνι, ένα έντονα έμφυλο ένδυμα σε αντίθεση με το παντελόνι ή αλλά πιο άφυλα ενδύματα, αποτελεί πια κανονικοποιημένη μορφή εμφάνισης, μέσω της οποίας κατασκευάζεται το ιδεώδες σώμα και θέαμα της θηλυκότητας».
Πάντως «το 1965 - σημειώνει ο Hobsbawm - η γαλλική βιομηχανία ρούχων παρήγε για πρώτη φορά περισσότερα (γυναικεία παντελόνια) παρά φορέματα. Την ίδια χρονιά σημειώθηκε αισθητή καθίζηση στον αριθμό όσων περνούσαν την περίοδο της δοκιμασίας για το ρωμαιοκαθολικό αξίωμα. Ίσως αυτά τα δύο γεγονότα να αποδειχθούν μακροπρόθεσμα πολύ πιο σημαντικές καμπές από τον Μάη του '68». Την ίδια εποχή στη Σοβιετική Ένωση «οι Μπιτλς ήταν το ίδιο ανατρεπτικοί όσο η μίνι φούστα και ο Ναμπόκοφ», θα γράψει - αυτοβιογραφούμενος - ο συγγραφέας Ντέιβιντ Γκούροβιτς.
H επίσημη Αριστερά...
... μάλλον βιάστηκε να κλείσει τον Μάη και τον ερωτισμό του με κονκάρδες του Τσε. Βιάστηκε να πνίξει μια αλήθεια που ήθελε τους «καταστασιακούς» και την «επανάσταση στην καθημερινή ζωή» ως βασικούς πρωταγωνιστές εκείνης της ιστορίας. Ίσως και γι' αυτό ο Eric Hobsbawm καταλήγει πως «δεν μπορώ να γράψω για τη δεκαετία του '60 γιατί ποτέ στη ζωή μου δεν φόρεσα τζιν»...
Info
* Eric Hobsbawm «Συναρπαστικά χρόνια» Αθήνα 2003, ΘΕΜΕΛΙΟ
* Μιχάλη Δημητρίου «Το ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα» Αθήνα 1985, ΠΛΕΘΡΟΝ
* Ουμπέρτο Έκο «Ιστορία της ομορφιάς» Αθήνα 2004, ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ
* Ζωρζ Μπατάιγ «Ο ερωτισμός» Αθήνα 2001, ΙΝΔΙΚΤΟΣ
* Αντιγόνης Λυμπεράκη-Θεοδώρου Πελαγίδη «Αποενοχοποιώντας την κατανάλωση» Αθήνα 2002, ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ
* Γιώτας Παπαγεωργίου «Ηγεμονία και φεμινσιμός» Αθήνα 2004, ΤΥΠΩΘΗΤΩ-Γ. ΔΑΡΔΑΝΟΣ
* Νόρμπερτ Ελιάς «H εξέλιξη του πολιτισμού» Αθήνα 1997, ΝΕΦΕΛΗ
* Ντέιβιντ Γκούροβιτς «Αναμνήσεις από τη Ρωσία του '60» Αθήνα 2005, ΜΕΛΑΝΙ